Νότια Κρήτη: Η ετερογενής παράδοση

Ένα ταξίδι στην Κρήτη πάντα είναι, κατά κύριο λόγο, γαστρονομικό. Με την κρητική κουζίνα να φημίζεται για την γεύση της, την υψηλή διατροφική της αξία και τις μοναδικές πρώτες ύλες, η νότια της πλευρά αναδεικνύει την σημαντικότητα της στην ελληνική παράδοση.
Τα εύφορα εδάφη της, οι πολυμήχανοι άνθρωποι της, η εδαφική ποικιλομορφία της και οι καθημερινές ανάγκες, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά, που διαμόρφωσαν την ετερογένεια την παράδοση της νότιας Κρήτης.

Επειδή, οι κρητικοί ήταν και είναι γεωργοί, ως επί το πλείστων, έπρεπε να δημιουργήσουν αυτά τα τρόφιμα ή γεύματα, που θα τους έδιναν τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία, θα άντεχαν τις ζεστές μέρες και θα παρασκευαζόντουσαν σχετικά γρήγορα.
Την δεκαετία του 50 δεν υπήρχαν οι μπάρες δημητριακών, ούτε ο κατακλυσμός των γρήγορών γευμάτων, που έχουμε σήμερα. Υπήρχε, όμως, το παξιμάδι, το ελαιόλαδο, το κουλουράκι, πληθώρα φρούτων και λαχανικών, ανάλογα με την εποχή, αλεύρι και κριθάρι.

Η ντόπια παραγωγή ελαιόλαδου και το αλεύρι μπορούσαν να δημιουργήσουν μικρές πίτες για το βραδινό φαγητό, η ανάγκη των παιδιών για γλυκιά γεύση συμπληρωνόταν από τα χαρούπια, η μεγάλη ποικιλία βρώσιμών χόρτων δημιουργούσε πλούσια και θρεπτικά γεύματα.
Το παξιμάδι ήταν ένας καθημερινός «σύντροφος» των γεωργών της νότιας Κρήτης, που με την τοπική παραγωγή σε λαχανικά και ελιές αποτελούσαν ένα πλήρες γεύμα.

Το νότιο τμήμα της Κρήτης λόγω των υψηλών θερμοκρασιών του κατά την διάρκεια του χρόνου, έχει δημιουργήσει μια παράδοση στη λιτή αλλά επαρκής διατροφικά κουζίνα.
Η θρεπτική της επάρκεια συμπληρώνεται από τα όσπρια, τους βολβούς, τα σπιτικά δημητριακά και τα ψυχανθή. Κουκιά, ρεβίθια, λούμπινα ή λουμπούνια, κατά την τοπική διάλεκτο, παπούλες (είδος λαθουριού), που γίνονταν φάβα, οξυνίδες (βολβοί) τηγανιτές, ήταν καθημερινά πιάτα στη Νότια Κρήτη.

Επιπλέον, για τους χειμερινούς μήνες παρασκεύαζαν ξινόχοντρο, ο οποίος συχνά συνοδευόταν από χοχλίους (σαλιγκάρια). Δυο συστατικά με υψηλή πρωτεΐνη και βιταμίνες.
Τα Αστερούσια όρη δίνουν την δυνατότητα για κτηνοτροφική παραγωγή, όπου κυρίως παράγεται μυζήθρα, η οποία γινόταν γέμιση για σαρικόπιτες (με ξινή μυζήθρα) και μυζηθρόπιτες (με γλυκιά μυζήθρα). Οι γυναίκες της τηγάνιζαν και τρωγόντουσαν ζεστές.

Το ξυνόγαλο και το τυροζούλι πρόσθεταν γεύση στα μακαρόνια ή συνόδευαν τα παξιμάδια μαζί με ελαιόλαδο και ζάχαρη. Δημιουργώντας, ουσιαστικά, ένα γρήγορό και χορταστικό γεύμα.
Η γαστρονομική παράδοση της νότιας Κρήτης, έχει τη βάση της κυρίως στην ευρηματικότητα των γυναικών για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών του σπιτιού τους αλλά και στις συνθήκες διαβίωσης.

Έτσι, λοιπόν, δημιουργήθηκε μια παράδοση στα προϊόντα και στα κρητικά πιάτα, η οποία εξυπηρετεί καθημερινές ανάγκες.
Αυτή η χρησιμότητα στην καθημερινή ζωή δημιούργησε την σημερινή παράδοση.

 

Μαρία Π. Κλεπετούνα
MBA AGRIBUSINESS

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *